γρῖφος

γρῖφ-ος, ,
A = γρῖπος, fishing-basket, creel, Plu.2.47Id, Opp.H.3.80, PTeb.486 (ii/iii A. D.).
2 metaph., anything intricate, dark saying, riddle, Ar.V.20, Demetr.Eloc.153, Ath.10.448b sqq.;

γ. προβάλλειν Antiph.74.5

;

λέγειν γρίφους παρὰ πότον Id.124.2

; distd. fr. αἴνιγμα, Poll.6.19.
b forfeit paid for failing to guess a riddle, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γρῖφος — fishing basket masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρίφος — Δυσνόητη και ακατάληπτη φράση. Οι γ. συντάσσονται με λέξεις, αριθμούς, σχέδια και γράμματα. Πολλές φορές μάλιστα ένας γ. μπορεί να χρησιμοποιήσει πολλά από τα στοιχεία αυτά μαζί. Ανάμεσα σε εικόνες μπορούν να παρεμβληθούν γράμματα, συλλαβές ή και …   Dictionary of Greek

  • γρίφος — ο 1. λόγος περίπλοκος και δυσνόητος, αίνιγμα. 2. μτφ., κάτι που εξηγείται δύσκολα: Αυτά που μας είπε ήταν πραγματικός γρίφος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρίφος — [фифос] ουσ. а. ребус …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γρῖπον — γρῖφος fishing basket masc acc sg γρῖπος haul masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρῖπος — γρῖφος fishing basket masc nom sg γρῖπος haul masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρῖφοι — γρῖφος fishing basket masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρῖφον — γρῖφος fishing basket masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογόγριφος — ο γρίφος κατά τον οποίο ζητείται να βρεθεί άλλη λέξη ή να σχηματιστεί φράση από ένα ή περισσότερα γράμματα μιας ή περισσότερων λέξεων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ. πρβλ. γαλλ. logogriphe < logo (< λογο *) + griphe (< γρῖφος). Η λ. μαρτυρείται… …   Dictionary of Greek

  • Logogriphe — Sur les autres projets Wikimedia : « Logogriphe », sur le Wiktionnaire (dictionnaire universel) Un logogriphe (vient du grec λόγο logos, « parole » et γρίφος griphos, « énigme ») est une énigme où l on donne à… …   Wikipédia en Français

  • логогриф — ЛОГОГРИ´Ф (греч. λόγος слово и γρῖφος сеть) 1) стилистический прием построения фразы или стиха путем подбора таких слов, последовательное сочетание которых дает картину постепенного убывания звуков (или букв) первоначального длинного слова.… …   Поэтический словарь

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.